συνεδριασθέντα

συνεδριασθέντα
τα решения, принятые на заседании

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "συνεδριασθέντα" в других словарях:

  • συνεδριασθέντα — συνεδριάζω aor part pass neut nom/voc/acc pl συνεδριάζω aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεδριάζω — ΝΜΑ [συνεδρία] συμμετέχω σε σύσκεψη, συγκροτώ συνεδρία (α. «η βουλή θα συνεδριάσει την ερχόμενη Πέμπτη» β. «τὸ δικαστήριον συνεδριάζει», Φώτ.) αρχ. (το ουδ. τής παθ. μτχ. αορ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ συνεδριασθέντα οι αποφάσεις, τα ψηφίσματα… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»